spartakos

Υπάρχει ένα μέρος του εαυτού μας που θα θελε να ξαναγεννηθεί, να γίνει κάτι παραπάνω απ αυτό που είναι και να αγαπηθεί χωρίς όρια. Αυτό συμβαίνει όταν έχουμε ξεχάσει ένα μικρό κομμάτι που υπάρχει μέσα μας απ την πρώτη μας ανάσα κ είναι αυτό της ευγνωμοσύνης, για όλα όσα μας χαρίστηκαν απλόχερα, όσο μικρά κ αν φαντάζουν στα μάτια μας.."

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Σε όσους τους αρέσει ο ύπνος αλλά ξυπνούν πάντα με καλή διάθεση,



σε όσους χαιρετούν ακόμα με ένα φιλί,



σε όσους δουλεύουν πολύ αλλά δεν ξεχνούν το νόημα της ζωής,



σε όσους κολλάνε στην κίνηση και βρίσκουν ευκαιρία να τηλεφωνήσουν σε φίλους,



σε όσους κλείνουν την τηλεόραση για να πουν δυο κουβεντούλες,



σε όσους είναι ευτυχισμένοι ακόμα κι όταν καταφέρνουν τα μισά,



σε όσους τραγουδούν δυνατά κι ας μην έχουν ωραία φωνή,



σε όσους τα βλέπουν όλα μαύρα μόνο όταν είναι σκοτάδι,



σε όσους έχουν τον ενθουσιασμό ενός παιδιού και την ωριμότητα ενός μεγάλου,



σε όσους έχουν καταλάβει ότι δεν αγοράζονται όλα με το χρήμα,



σε όσους δεν περιμένουν τα Χριστούγεννα για να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι αλλά προσπαθούν κάθε μέρα,



σε όλους αυτούς εύχομαι ολόψυχα ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!




...όταν τελειώσει το αίσθημα δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του

Φθείραμε ήδη τις λέξεις στο δρόμο, κι ότι απέμεινε πια δεν αρκεί.
Δεν έχουμε τίποτα να δώσουμε πια.
Το παρελθόν είναι άχρηστο σαν ένα κουρέλι.
Σου το 'πα ήδη: οι λέξεις είναι φθαρμένες.
Αδειάζω, όλ' αδειάζω τη στιγμή απ' το παρόν και μπαίνω σ' άλλο τώρα, πηχτό κι αδιαίρετο.
Κοιτάζουμε αμίλητοι. Όταν μιλάω και πάλι ο έρωτας θάβεται μέσα μου βαθιά, για πάντα.
Σαν κινούμενη άμμος σε κυκλώνει η απουσία.
Αυτό που μέχρι τώρα σου έδινε ζωή, είναι αυτό που τώρα σου την αφαιρεί.
Κι εσύ βυθίζεσαι εκεί μέσα... χάνεσαι... και ψάχνεις.
Και πρέπει τώρα να επαναπροσδιοριστείς... χωρίς να το έχεις επιλέξει.











.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΡΩΤήματα


Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα ή μόνο τον έρωτα αγαπάμε???
Αγαπάμε αυτό που μας δίνουν ή αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν???
Τη μορφή τους αγαπάμε ή τη μεταμόρφωσή τους???
Κι αυτό που περιμένουμε πόσο αντέχει να ελπίζει???
Αντέχει!!!
Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι ευλογία ή κατάρα η αντοχή τούτη.
Κι εγώ δεν ξέρω τελικά τι αξίζει πιο πολύ, η ειρήνη ή η αγωνία της ψυχής μας???

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Έρωτας και θάνατος

Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.


Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.

Έτσι , από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής.


Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το “είναι” και το “μηδέν” του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του.


Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής, ισχυρή, βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.


Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.


Γι αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί κα ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ιδίου προσώπου.

Δημήτρης Λιαντινης  "ΓΚΕΜΜΑ"

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Το κερί και το σπίρτο.

Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια μεγάλη σκοτεινή σπηλιά, στη κορυφή του πιο ψηλού βράχου, ζούσε μόνο κι έρημο, ένα μικρό κερί. Ένα κερί σβηστό, που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξής του.


«Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. «Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω! Πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νιώθω. Μια σκοτεινή κουκίδα μέσα σε τούτη τη σπηλιά».

Κι ο χρόνος περνούσε και το κερί μετρούσε τις μέρες της ανούσιας, σκοτεινής ζωής του..

Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από τη σπηλιά και στο πέρασμά του παράσερνε ότι μικρό κι αδύναμο υπήρχε. Φτερά από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου, ξερά φύλλα και κλαδιά, σπόρους από λουλούδια εξωτικά κι ένα... σπίρτο, ένα τόσο δα μικρό σπίρτο, ψηλόλιγνο και γυαλιστερό, με κόκκινο, αστραφτερό καπέλο, στο μικρό του κεφάλι!

Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου, το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος και... Ωχ!!!

-«Μα που βρίσκομαι» είπε με τη τσιριχτή φωνή του.

Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι, αλλά σα σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.

-«Αμάν»! είπε... «Τι είσαι εσύ»;

-«Δε με βλέπεις?» είπε το κερί με τη παραπονιάρικη φωνή του..«Είμαι ένα κερί»!

Και να που ακόμα και τ' αταίριαστα μπορούνε να ταιριάξουν...

Εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς, το κερί και το σπίρτο ενώσανε τη μοναξιά και το κοινό τους πρόβλημα.

Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη τη σκοτεινή, άψυχη σπηλιά.

Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμί του κι ακουμπούσε πάνω στο κερί και το κερί έκανε νάζια και καμώματα.

Τώρα οι ελπίδες να φτάσουνε στο όνειρο, όλο και μεγάλωναν.

Το όνειρό τους; Μια μικρή φλόγα.

Mια μικρή φλόγα που θα τα φωτίσει και τα δυό, θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούνε στα μάτια.

-«Μα θέλω να δω τα μάτια σου», είπε το σπίρτο στο κερί.

-«Μα θέλω να νιώσω τη ζεστασιά σου», είπε το κερί στο σπίρτο.
Και τότε τρόμαξαν...

-«Αν ανάψω καλή μου θα καώ»! είπε το σπίρτο,«και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου, θα είμαι ένα ακόμα άσχημο, μισοκαμένο σπίρτο... Μα αν καώ εντελώς, τι θα απογίνω; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;

-«Κι αν ζεσταθώ» είπε το κερί, «θα λιώσω... Κι αν λιώσω θα γίνω άσχημο και κακοφτιαγμένο! Θα έχω προλάβει να χαρώ τουλάχιστον τη ζέστη σου»;

Μέρα τη μέρα, το κερί και το σπίρτο, αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ κι η αγάπη τους δυνάμωνε!

Μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, λουλούδια φυτρώσανε, γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι, που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα κι ομορφιά.

Κι οι μέρες περνούσαν. Το κερί και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα, περιμένανε καρτερικά τη συνέχεια του έρωτά τους.

Και ήρθε το καλοκαίρι... Έξω από τη σπηλιά, έφτασε η αφόρητη ζέστη...

Το δάσος γύρω από το βράχο, συχνά γέμιζε από γέλια, τραγούδια, φωνές μικρών και μεγάλων.

Το κερί και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν, όλο περίμεναν κι αγαπιόντουσαν, κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου, το κερί κι ας μην είχε νιώσει τη ζεστασιά του κεριού, το σπίρτο!

Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία, σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες, που γεννιούνται και μένουνε πάντα στ' όνειρο...

Ώσπου μια μέρα, μια παρέα εκδρομείς, -έτσι τους λέγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους-, πήρανε τα γέλια, τα τραγούδια και τις φωνές τους μακριά, αλλ' αφήσανε μια μικρή σπίθα... μια τόση δα μικρή σπίθα φωτιάς, να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουνε.

-«Συμφορά»! Φωνάζανε πουλιά και ζώα που περνάγανε τρομαγμένα τρέχοντας,έξω από τη σπηλιά. «Συμφορά! Φωτιά! Φωτιά... θα καούμε»!

-«Ακούς»; είπε το σπίρτο στο κεράκι...

-«Ακούς; Θα καούμε»! είπανε και τα δυο με μια φωνή, γεμάτη έρωτα!

-«Δε φοβάμαι να καώ απ' αγάπη», είπε το σπίρτο στο κερί...

-«Δε φοβάμαι να λιώσω απ' αγάπη», είπε το κερί στο σπίρτο!

Ένα κερί κι ένα σπίρτο, τρελά από έρωτα τραγουδάγανε τη φλόγα που ερχόταν...

-«Έλα»! της έλεγαν, «έλα! Σε περιμένουμε»!

-«Θα μ' αγαπάς αν καώ κι ασχημύνω, χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»; Είπε το σπίρτο στο κερί.

-«Θα μ' αγαπάς αν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»; Είπε το κερί στο σπίρτο.

Κι η φλόγα ερχόταν όλο και πιό κοντά...

Κι η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα, μη χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε!

-«Έλα»! της φωνάζανε και τα δυο, με μια φωνή!

Κι η φλόγα έστειλε μέσα στη σπηλιά, τη πιο μικρή της κόρη!

Μια σπίθα τόση δα, που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς. Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !

Το σπίρτο, τέντωσε το λυγερό κορμί του, για να καλωσορίσει τη σπίθα.

Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες.

-«Αγάπη μου» είπε στο κερί, «καίγομαι για σένα... Αγάπη μου, να δω τα μάτια σου κι ας καώ»!

Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί, ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα.

-«Αγάπη μου» είπε το κερί στο σπίρτο, «άσε με να νιώσω τη ζεστασιά σου κι ας λιώσω»!

Το σπίρτο και το κερί, κάηκαν μαζί...

Μια μάζα ενωμένη στο χρόνο και στο χώρο αιώνια...

Το κερί και το σπίρτο που λιώσαν απ' αγάπη κι έφτασαν στο δικό τους όνειρο...

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010